Ευχαριστούμε όσους προσπάθησαν και προσπαθούν!

 

Ενα ευχαριστήριο για όλους αυτούς που προσπάθησαν και πέτυχαν το άνοιγμα του μονοπατιού είτε στην πρωτη γραμμή , είτε σε θέσεις όχι τοσο εμφανείς.

Αρχικά με την προσπάθεια πρεπει να αναφερθει πως όλο αυτό που οργανωθηκε και επιτελέσθηκε , ειναι αυτό που όλοι επιθυμούσαμε, μια συλλογική προσπάθεια που έχει ως μοναδικό του σκοπό την προβολή και προώθηση του ομορφου και μοναδικού χωριού μας.

Αν αυτή την στιγμή αναφερθουν καποια ονόματα, δεν πρεπει να προβληματίσει κανέναν από εμάς, ειναι συλλογικό και καθώς όλο και περισσότεροι νειώθουν την ανάγκη και διάθεση να συνεισφέρουν , τα ονοματά τους θα προστείθονται στην όλο και αυξανόμενη λίστα.

Πολλοι βρεθήκαν στην πρωτη σειρά , αλλά εξισου σημαντικός ειναι ο ρόλος και αυτόν που τον υποστηρίζουν στο παρασκήνιο, για όλους αυτούς.

Τώρα είναι λίγοι , σε λίγο καιρό περισσότεροι...

Αρχικά αναφέρουμε με αυξουσα σειρα , με κριτήρια τον κόπο , το ορμα και τον ιδρώτα που εχυσαν στο μονοπατι...

Εθελοντές , μέλη και κάτοικοι

 

  • Τσουκαλά Κωνσταντίνος
  • Τσουκαλάς Γεώργιος
  • Τσουκαλάς Δημήτριος
  • Διάκος Άγγελος του Γεωργιου
  • Διάκος Γεώργιος του Αγγελου
  • Αυγέρος Αδάμ
  • Μελίσσης Γεώργιος του Αθανασίου
  • Κονίδης Παναγιώτης
  • Χρυσογονίδης Κωσταντίνος
  • Μπλόσκας Νικόλαος
  • Νίκος Παπανικολάου του Γεωργίου
  • Καζάκας Δημήτριος
  • Ζήσιος Βασίλειος
  • Μάλαμας Ιωάννης
  • Μελίσσης Δημήτρης
  • και η φοράδα μας η Τριάδα της Μαρίας

Σύλλογοι και φορείς

  • Σύλλογος Επαγγελματιών Συκιάς
  • Κοινότητα Συκιάς
  • Δήμος Σιθωνίας

Σχεδιασμός και οργάνωση

  • Μελίσσης Δημήτριος του Αθανασίου  (Πρόεδρος του Συλλόγου Επαγγελματιών Συκιάς )
  • Καζάκας Δημήτριος (Πρόεδρος της Κοινότητας)
  • Μάλαμας Ιωάννης (Πρόεδρος ΓΑΣ Τορωναίος και Κοινοτικός Σύμβουλος)
  • Ζήσιος Βασίλειος (Αντιδήμαρχος)
  • Λαθούρη- Πάργα Μαρία (Αντιδήμαρχος Τουρισμού)

Επιγραμματικά και επί της ουσίας ευχαριστούμε...

Τους αρχαιολόγους που ανέδειξαν αυτό το μοναδικό μνημείο, Το πανεπιστήμιο της Τασμανίας Της Αυστραλίας που χρηματοδήτησε όλο το εγχείρημα.

Ευχαριστούμε όλους αυτούς που στήριξαν το μονοπάτι με την επισκεψή τους και την όμορφη διάθεση που είχαν στην επίσκεψή τους σε αυτό το μοναδικό μνημείο της Συκιάς.

Όλους του κατοίκους του όμορφου χωριού μας.

 

 

 

 

ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΟΝ ΚΟΥΚΟ ΣΥΚΙΑΣ Ν. ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Η δευτερη ανασκαφική περίοδος στη θέση Κούκος Συκιάς , έγινε τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώμβριο 1988.
Η ανασκαφή γίνεται με την συνεργασία της ΙΣΤ' Εφορείας Αρχαιοτήτων και του Πανεπιστημίου της Τασμανίας Αυστραλίας.

ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ

 

Το τείχος προχωράει σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς της κορυφής και λίγοστη δυτική. 

Η τομή S3 (Σχ. 1) έγινε κατά μήκος του τείχους σ' ένα μέρος που ήταν ελεύθερο από την άγρια βλάστηση. Οι εργασίες στην εξωτερική παρειά και στην
επιφάνεια του τείχους περιορίστηκαν στον καθαρισμό, ενώ η κύρια έρευνα έγινε στην εσωτερική, νότια πλευρά. Εδώ βρέθηκαν δύο στρώματα. Το επάνω, αποτελούμενο
από πεσμένες πέτρες, περιλάμβανε όστρακα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, αλλά και τρία κομμάτια από μαγειρικά σκεύη μεταγενέστερης εποχής (ίσως ρωμαϊκής ή
ακόμα νεότερης).

Στο κάτω στρώμα, που προφανώς είχε σχέση με τη θεμελίωση του τείχους, τα λίγα όστρακα ήταν της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Έτσι φαίνεται ότι
το τείχος θεμελιώθηκε στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου και η κατάρρευση του ανήκει στην εποχή των μεταγενέστερων οστράκων. Τα όστρακα όμως ήταν λίγα και
όχι πολύ καθοριστικά, και αυτή η υπόθεση πρέπει να επιβεβαιωθεί από άλλες τομές στο τείχος.

 

 Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ


Στο κεντρικό μέρος της κορυφής φαίνονται πολλά ίχνη τοίχων. Το 1987 μια μικρή τομή, η S1 (Σχ. 1), δεν ήταν πολύ αποτελεσματική. Το 1988 η τομή S3 είχε
καλύτερη τύχη. Έγινε γύρω από τα θεμέλια ενός αψιδωτού κτιρίου που ήταν ορατό στην επιφάνεια, κάτω από τα πουρνάρια. Το κτίριο (Σχ. 2, αρ. 1) ήταν ελλιπές.
Από κάτω όμως υπήρχαν άλλοι τοίχοι, και συνολικά στην τομή διαπιστώνονται έξι φάσεις οικοδόμησης. Οι τρεις αντιπροσωπεύονται από μικρά τμήματα τοίχων (Σχ. 2,
αρ. 5, 6, 7) που δε συνδέονται με κανένα άλλο τοίχο της τομής. 

 

Πιο σημαντικοί ήταν οι τοίχοι 3, 4, 2 και 8. Οι τοίχοι 3 και 4, στον ίδιο άξονα και ίσως της ίδιας φάσης, ήταν παλιότεροι από το αψιδωτό κτίριο αρ. 1, το οποίο θεμελιώθηκε επάνω τους.
Στα ΒΑ του τοίχου 4 ο βράχος είχε ισοπεδωθεί σαν δάπεδο, και επάνω του υπήρχαν μερικά όστρακα ενός πίθου όμοια με μερικά της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, που βρέθηκαν στο νεκροταφείο το 1987. Ο τοίχος 3 παρουσιάζει μια μικρή καμπύλη στο ΒΔ του άκρο, και μπορεί να ανήκε σε αψιδωτό κτίριο. Ο χώρος στα ΝΔ ήταν γεμάτος από όγκους πεσμένων λίθων καθώς και από ρίζες, και γι' αυτό δε βρέθηκε δάπεδο.

 "Ομως λίγο ψηλότερα από τη βάση του τοίχου ανακαλύφτηκε μια ομάδα ευρημάτων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον – μια μικρή χάνδρα, τρία πήλινα σφονδύλια και πέντε
λίθινα εργαλεία, τα οποία πιθανό ανήκαν στο καταστρεμμένο δάπεδο.

Ο τοίχος 3 θεμελιώθηκε επάνω σε ένα στρώμα από σκούρο χώμα που είχε σχέση με ένα προγενέστερο τοίχο, αρ. 2. Ο τοίχος αυτός ήταν πολύ καλά διατηρημένος σε ύψος 0,95 μ. Ο τοίχος 8 είναι εσωτερικός τοίχος του ίδιου κτιρίου. Το εσωτερικό του κτιρίου δεν έχει σκαφτεί ακόμα.
'Ολοι οι τοίχοι είναι κτισμένοι με αργολιθοδομή δεμένη σε λάσπη, όπως το τείχος. Η χρονολογία των κτιρίων δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα, γιατί τα όστρακα από την τομή δεν είναι πολύ καθοριστικά και υπάρχουν αμφιβολίες για ένα-δύο. Με μια πρώτη όμως ματιά, τα πιο πολλά φαίνονται να είναι της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.

 

 

ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ


Προς τη δυτική άκρη της κορυφής υπάρχει μια μικρή κοιλάδα περιτριγυρισμένη από πελώριες πέτρες όπου βρίσκεται το νεκροταφείο (Σχ. 1, Εικ. 2). Έξι τομές ανοίχτηκαν εδώ το 1987 και άλλες επτά το 1988.

 

Οι τομές έχουν διαφορετικό μέγεθος ανάλογα με τις δυσκολίες του εδάφους, αλλά όλες μαζί καλύπτουν 172 τ.μ. "Εξι μεγάλα χάλκινα βραχιόλια, προσεκτικά τοποθετημένα σε δύο σειρές, βρέθηκαν στην ανατολική πλευρά της τομής αρ. 1 (Σχ. 3, Εικ. 6). Ανατολικά της τομής ήταν ορατές μερικές όρθιες πλάκες. Έτσι το 1988 ανοίξαμε εκεί την τομή αρ.9
με την ελπίδα να βρούμε τάφο που θα σχετίζεται με τα βραχιόλια. Ένα χοντρό χάλκινο δακτυλίδι βρέθηκε κοντά, αλλά ο λόγος που αυτό και τα βραχιόλια ήταν τοποθετημένα εκεί μένει άγνωστος.

Οι πλάκες δεν προέρχονταν από τάφους, όπως περιμέναμε, αλλά ήταν κτιστές μέσα σε ένα καμπύλο τοίχο. Ο τοίχος αυτός συνεχίζει στον άσκαφτο χώρο νότια απότην τομή, σε σχήμα ωοειδές, με διαστάσεις 5,30x4 μ. (Σχ. 3). Φαίνεται ότι ήταν ταφικός περίβολος, αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι κτίστηκε μετά από τους τάφους που περιβάλλει.

Όπως βρέθηκαν οι τάφοι μέσα στον περίβολο δεν ήταν πολύ εντυπωσιακοί, αλλά ίσως δεν ήταν πάντοτε φτωχοί. Στο χώμα ανάμεσά τους ανακαλύφτηκαν ένας χρυσός κόκκος και δύο μικρές χρυσές χάντρες, όλα προφανώς από διαφορετικά περιδέραια. Σκόρπιες χάντρες από χαλκό και μια από φαγεντιανή, καθώς και θραύσματα χάλκινων βραχιλιών στηρίζουν την άποψη ότι οι τάφοι ήταν πλούσιοι στο παρελθόν.

Αμέσως νότια από τον ταφικό περίβολο, στην τομή αρ. 7, ανακαλύφτηκαν μια σειρά τριών τάφων, ο ένας τοποθετημένος επάνω στον άλλο (Σχ. 4). Ο τάφος 20 κτίστηκε επάνω από μια πλευρική πλάκα του τάφου 30, και ο τάφος 30 θεμελιώθηκε στον ώμο και στο λαιμό ενός μεγάλου ταφικού πίθου, αρ. 44. Ο μεταγενέστερος τάφος 20, ήταν ο μοναδικός στο νεκροταφείο που είχε δύο θαλάμους. Ο δυτικός θάλαμος είχε τρεις τεφροδόχους, ένα φιαλόσχημο αγγείο (αρ. 7), μια χονδροειδή κανάτα ή μαγειρικά σκεύος (αρ. 6), καθώς και ένα κάνθαρο με υπερυψωμένες λαβές (αρ. 4). Οι τρεις τεφροδόχοι ήταν ντόπιοι και χειροποίητοι, όπως ήταν και ένας τρίποδας (αρ. 5) στον ανατολικό θάλαμο. Το άλλο τεφροδόχο σ' αυτό το θάλαμο, αρ. 3, ήταν πολύ σπασμένο, αλλά ήταν φανερό ότι ήταν τροχήλατο και εισαγμένο, πιθανόν ένας μικρός αμφορέας με ψηλό κωνικό πόδι. Ο τάφος αρ. 30 είχε δύο
σπασμένα αγγεία και δύο σφονδύλια. Ο πίθος, τάφος αρ. 44, περιλάμβανε δύο αγγεία, μια οπισθότμητη πρόχου (αρ. 1) και μία σπασμένη λεκανίδα με υπερυψωμένες λαβές με κομβίο (αρ. 2) που μοιάζει με μια από την Ολυνθο. Είχε μέσα επίσης μια σιδερένια αιχμή δόρατος (αρ. 4) και ένα σιδερένιο μαχαίρι (αρ. 7), δύο χάλκινες πόρπες (αρ. 5, 6) και άλλη μια, ίσως ασημένια (αρ. 3). Είχε έξι σπειροειδή χάλκινα βραχιόλια, δύο ολόκληρα (αρ. 8, 10) και τέσσερα σπασμένα (αρ. 9, 11, 12, 13), τέσσερα πήλινα σφονδύλια (αρ. 14-17), μια πήλινη χάντρα (αρ. 18) και δύο σκόρπιες χάλκινες χάντρες που δε φαίνονται στο σχέδιο.

Αυτά τα ευρήματα μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο πίθος ήταν κοινός τάφος άνδρα και γυναίκας.
Ο τάφος αρ. 29 (Σχ. 3, τομές αρ. 11-13) ήταν ο μοναδικός που είχε την καλυπτήρια πλάκα ακόμα στη θέση της, αλλά σπασμένη, ενώ έλλειπε ένα κομμάτι.
'Ενα αντικείμενο από στριφτό χρυσό σύρμα (Εικ. 7), που βρέθηκε ακριβώς έξω από τον τάφο, ήταν ίσως κάποτε μέσα σ' αυτόν. Μέσα στον τάφο βρέθηκαν ακόμα ένας
σπασμένος τρίποδας, μια χειροποίητη κανάτα, ένας χειροποίητος αμφορίσκος με μαστοειδή απόφυση και μερικά όστρακα τα οποία σκέπαζαν ένα κάνθαρο με ψηλές
λαβές (Εικ. 8). 'Ολα αυτά ήταν ντόπια, αλλά κάτω από τον τρίποδα υπήρχε μια τροχήλατη εισαγμένη λεκανίδα με ψηλή κωνική βάση, από ένα τύπο που είχε πιθανώς την προέλευσή του από την Εύβοια.

 

Ο τάφος αρ. 23 βρισκόταν στο ΝΔ τμήμα του νεκροταφείου (Σχ. 3, τομή αρ.10). Η καλυπτήρια πλάκα του ήταν ανασηκωμένη και ακουμπισμένη στη ΝΔ γωνιά
του τάφου. Παρόλα αυτά ο τάφος περιλάμβανε 14 ακόμα αγγεία, τα πιο πολλά τεφροδόχα. Στην Εικ. 9 εικονίζονται ένας μεγάλος σπασμένος κρατήρας με μικρή
προχοή και διπλές λαβές, μια μεγάλη οπισθότμητη πρόχους τοποθετημένη ανάποδα, και ένας αμφορέας. 'Ενας σωρός οστράκων πλάι στη βάση του αμφορέα περιείχε τρία
τροχήλατα αγγεία, προερχόμενα ίσως από την Εύβοια, δύο λεκανίδες με κωνικές βάσεις και έναν αμφoρίσκο. Πιο κάτω στον ίδιο τάφο (Εικ. 10) υπήρχαν μερικά
σπασμένα αγγεία, ένας κάνθαρος, ένας χειροποίητος αμφορίσκος και δίπλα του στη γωνιά, ένας άλλος τροχήλατος αμφορίσκος με όρθιες λαβές, ενός τύπου που ήταν πολύ συνηθισμένος στο Λευκαντί και τη γύρω περιοχής.

 Είναι αξιοσημείωτο ότι σε μια εποχή που επικρατεί το έθιμο μιας μόνο ταφής, στον Κούκο υπήρχαν τρεις τάφοι με πέντε τεφροδόχους και παραπάνω και έξι τάφοι (αρ. 4, 5, 9, 37, 44 και 45) με δύο ή τρεις ταφές.

 ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

 Μια μεγάλη δυσκολία στον Κούκο είναι ότι δεν έχει σωθεί σχεδόν κανένα ίχνος διακόσμησης ούτε στα ολόκληρα αγγεία, ούτε στα όστρακα. Τέσσερα όστρακα μόνο
 ένα από το νεκροταφείο και τρία από τον οικισμό- έχουν ομόκεντρους κύκλους ή ημικύκλια και μερικά άλλα σώζουν ελάχιστα ίχνη χρωμάτων,
Από τα ντόπια αγγεία συμπεραίνουμε ότι η κύρια εποχή είναι η Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Τα χειροποίητα αγγεία έχουν πολλές ομοιότητες με αυτά του νεκροταφείου των τύμβων της Βεργίνας και άλλων ανασκαφών της ίδιας εποχής στη Μακεδονία. Πολύ δημοφιλείς ήταν οι κάνθαροι, οι πιο πολλοί με εμπίεστες κοιλότητες πάνω από το χείλος στην αρχή των υπερυψωμένων λαβών και λίγοι με κομβιόσχημη απόληξη στην κορυφή των λαβών. Οι οπισθότμητες πρόχοι σε διάφορα μεγέθη ήταν συνήθεις και υπήρχε μια μικρή πρόχους-θήλαστρο. Διάφοροι αμφoρίσκοι και δίωτα ανοικτά αγγεία, πρόχοι ή μαγειρικά σκεύη με ωοειδή ή σφαιρικά σώματα, μερικά φιαλόσχημα αγγεία, πίθοι, συνήθως με εξεργες ζώνες με εγχάρακτη διακόσμηση, καθώς και πάρα πολλά λείψανα τριπόδων, βρέθηκαν ολόκληρα ή σε θραύσματα.
Υπήρχαν επίσης πολλά κομμάτια από λεκανίδες με διχαλωτές («wish-bonen) λαβές όπως αυτές στα στρώματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στον 'Αγιο Μάμα.
Στον Κούκο φαίνεται ότι ο τύπος αυτός συνεχίζει στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
Ο Κούκος είχε και αρκετά εισαγμένα αγγεία, συνήθως αμφορείς, αμφoρίσκους, κρατήρες ή κρατηρίσκους, κάποτε με προχοή, και λεκανίδες με ψηλές κωνικές βάσεις.
'Ομως με τα πιο πολλά από αυτά ελλιπή και σε θραύσματα και με την έλλειψη διακόσμησης, η χρονολογία του νεκροταφείου βασίζεται μόνο στο σχήμα των αγγείων
και στα άλλα ευρήματα. Σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η ακρίβεια. Οι παλιότεροι τάφοι ανήκουν πιθανό στο τέλος του 10ου αι. π.Χ. Οι λεκανίδες στους τάφους αρ. 23 και 29, καθώς και ένας μικρός σκύφος στον τάφο αρ. 4 του 1987 έχουν ψηλά κωνικά πόδια που γενικά δε συνηθίζονταν πολύ μετά το τέλος του 10ου αρχές 9ου αι. π.Χ. 'Ενας εισαγμένος αμφορέας του τάφου αρ. 6 του 1987 (Εικ. 11) πρέπει να είναι της ίδιας περίπου εποχής. Χονδροειδείς πόρπες (Εικ. 3) που βρέθηκαν στους τάφους αρ. 7, 8, 17, 44 και στην τομή αρ. 8 ανάμεσα από πλάκες καταστρεμμένων τάφων, μάλλον δεν πρέπει να είναι προγενέστερες από τον 8ο αι. π.Χ. Το ίδιο ισχύει για τις τρεις οφθαλμωτές χάντρες (Εικ. 5) από τον τάφο αρ. 8.
Αξίζει να σημειωθεί η αρνητική απόδειξη ότι μετά από αρκετή εργασία και στο νεκροταφείο και στον οικισμό δεν έχουμε κανένα ίχνος μελαμβαφούς, μελανόμορφου ή ερυθρόμορφου οστράκου, ούτε νομίσματα και αρχαία κεραμίδια στις τομές και στην επιφάνεια.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Αν και σχεδόν όλοι οι τάφοι είναι λίγο ή πολύ συλημένοι, τα αντικείμενα που σώθηκαν μας δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έζησαν σ' αυτή την απόμακρη περιοχή
ήταν αρκετά πλούσιοι και καθόλου απομονωμένοι. Ως μαρτυρία για τον πλούτο τους, εκτός από τα χρυσά αντικείμενα, τις πόρπες, τα βραχιόλια και τις χάντρες που
αναφέρθηκαν παραπάνω, έχουμε τη μεγάλη εγχάρακτη χρυσή χάντρα (Εικ. 12) που βρέθηκε πριν από την ανασκαφή του 1987 δίπλα στο συλημένο τάφο αρ. 1, ένα χρυσό
σφηκωτήρα και ένα ασημένιο σκουλαρίκι που γλύτωσαν από τη σύληση του τάφου αρ. 2 και ομάδες χαντρών από τους τάφους αρ. 7 και 17. Μερικές χάντρες ανήκουν στο αμφικωνικό χάλκινο βόρειο τύπο, αλλά πολλές είναι από φαγεντιανή και γυαλί σε όμορφα και συχνά διάφανα χρώματα, πράσινο, αμέθυστο και μπλε-τουρκουάζ.
Τέτοιες χάντρες, καθώς και οι οφθαλμωτές, είχαν πιθανότατα την προέλευσή τους από τη Φοινίκη η Συρία. 'Οπως είναι γνωστό, έμποροι από την Εύβοια ίδρυσαν μια
εμπορική αποικία στο Αλ-Μενά στη Συρία κατά τον 8ο αι. π.Χ. – ίσως και νωρίτερα10. Αρκετά από τα εισαγμένα αγγεία στον Κούκο είναι ευβοϊκών τύπων. Δεν
αποκλείεται ο Κούκος να όφειλε την απρόσμενη ευημερία του στις εμπορικές σχέσεις με την Εύβοια. Εάν η χρονολογία που προτείνεται παραπάνω –τέλος του 10ου μέχρι
τέλος του 8ου αι. π.Χ.- είναι σωστή, παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί συμπίπτει με τη χρονολογία του οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στο
Λευκαντί 1, καθώς και με αυτή του οικισμού στη Ζαγορά 'Ανδρουλά, που είχε σχέσεις με την Εύβοια. Ισως ο Κούκος παράκμασε, όπως αυτοί οι οικισμοί, μετά τον πόλεμο
για το Ληλάντιο πεδίο.

 

 

Πανεπιστήμιο Τασμανίας
Θεσσαλονίκη.
Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων
I. Kάριγκτον Σμιθ,
Ιουλία Βοκοτοπούλου

 

 

Ευρήματα και συμπεράσματα από τις ανασκαφες στον Κούκο

Πηγή απο ΝΙΖΑΜΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

 

Συκιά, θέση Κούκος

Στη  Συκιά,  στη  θέση  Κούκος  ερευνήθηκαν  συνολικά  98  τάφοι,  με  πλούσια κτερίσματα 373 στις ασύλητες ταφές. Οι τάφοι χρονολογούνται στην ΠΕΣ, από τον 10ο–8οαι. π.Χ.374 και χωρίζονται σε δυο ομάδες: η μεγαλύτερη στο βορειοανατολικό τμήμα  και  η  μικρότερη  στο  νοτιοδυτικό,  διαίρεση  που  οφείλεται  μάλλον  στους σχηματισμούς του βράχου. 375Ο  πιθοειδής  τάφος  αρ.  70  ειχε  δυο  οπισθότμητες  πρόχους  αλλά  και  ένα  μεγάλο, σιδερένιο, κυρτό μαχαίρι. Ο τάφος αρ. 75 δεν είχε μέσα κανένα αγγείο, είχε όμως ένασωρό  καμένων  οστών,  σπασμένα  θραύσματα  σε  μεγαλύτερο  αριθμό  από  το συνηθισμένο  και  πάνω  σε  αυτά  ίσως  και  πέντε  αιχμές  δοράτων,  οι  περισσότερες συγκολλημένες σε μία σκουριασμένη μάζα. Μαζί με την αιχμή δόρατος στον τάφο αρ. 44 είναι τα μοναδικά 376 όπλα του νεκροταφείου. Ο ταφικός πίθος αρ. 62 βρέθηκε σε λάκκο σκαμμένο στο χώμα για αυτόν τον σκοπό. Μέσα στον τάφο βρέθηκε σαθρός, ντόπιος  τεφροδόχος  αμφορέας  και  μία  οπισθότμητη  πρόχους  ως  κτέρισμα.  Ήταν μισοσκεπασμένος με μία πλάκα και δίπλα της υπήρχε ο τάφος αρ. 56, όπου βρέθηκαν μια οπισθότμητη πρόχους, ένας κρατηρίσκος με διπλές λαβές, ένα δίωτο αγγείο με δισκόμορφη απόληξη λαβών (τύπος πολύ δημοφιλής στο νεκροταφείο  τύμβων της Βεργίνας).377 Στον τάφο 8 βρέθηκαν τέσσερις χάλκινες πόρπες, λείψανα από σιδερένια μαχαίρια, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια συλλογή από χάντρες και ένα μικρό διαλυμένο αγγείο που δεν ήταν τεφροδόχο. Υπήρχαν μόνο δυο –τρία μικροσκοπικά κομμάτια οστών μέσα στο χώμα που γέμισε τον τάφο και κανένα άλλο ίχνος νεκρού. Αυτό θυμίζει ανάλογες ταφικέςσυνήθειες που διαπιστώθηκαν σε μερικούς τάφους στο Λευκαντί.378Στον τάφο αρ. 88 βρέθηκε σιδερένιο δαχτυλίδι. Στον πιθοειδή τάφο αρ. 95 βρέθηκε μία σιδερένια αιχμή δόρατος και άφθονα καμένα οστά.379 Οι τάφοι αρ. 92, 93, 94 και 97 πρέπει να είναι μεταγενέστεροι του νεκροταφείου, κάτι που φανερώνεται από το είδος των αγγείων που βρέθηκαν σε αυτούς αλλά και από τη θέση που βρέθηκαν –σφηνωμένοι στις ρίζες του βουνού –γεγονός που δηλώνει ότι οι πιο «προνομιούχες» θέσεις ήταν ήδη σε χρήση. Οι τύποι των αγγείων πουβρέθηκαν στους τέσσερις αυτούς τάφους πλησιάζουν περισσότερο την Αρχαϊκή Εποχή.380 Βρέθηκε επίσης ταφικός περίβολος, ωστόσο είναι αξιοσημείωτο ότι χτίστηκε μετά από τους τάφους τους οποίους περιβάλλει. Ίσως οι τάφοι να μην ήταν πάντοτε φτωχοί. Στο χώμα ανάμεσα τους ανακαλύφθηκαν σκόρπιες λίγες χρυσές χάντρες και ένας χρυσός κόκκος, πιθανώς από περιδέραια. Σκόρπιες χάντρες από χαλκό και μία από φαγεντιανή, καθώς και θραύσματα χάλκινων βραχιολιών στηρίζουν την άποψη ότι οι τάφοι ήταν πλούσιοι  στο  παρελθόν.  Δεν αποκλείεται  μερικές  μεγάλες  πλάκες  που χρησιμοποιήθηκαν  στην  κατασκευή  του  να  είχαν  αφαιρεθεί  από  προγενέστερους τάφους. Παραμένει ανοιχτό ζήτημα ο λόγος για τον οποίον είχε χτιστεί.381 Ο τάφος 29 ήταν ο μοναδικός που η καλυπτήρια πλάκα ήταν στη θέση της, αν και σπασμένη. Όλα τα  ευρήματα 382 του  τάφου  ήταν  ντόπια  αλλά  κάτω  από  τον  τρίποδα  υπήρχε  μια λεκανίδα 383 από έναν τύπο που πιθανώς είχε την προέλευση από την Εύβοια.384 Ο τάφος 23 περιείχε 14 αγγεία 385, τα πιο πολλά τεφροδόχα. Ένας σωρός οστράκων στη βάση  του  αμφορέα  περιείχε  τρία  τροχήλατα  αγγεία 386,  ίσως  προερχόμενα  από  την Εύβοια. Πιο κάτω στον ίδιο τάφο βρέθηκε ένας αμφορίσκος με όρθιες λαβές, ενός τύπου που ήταν πολύ συνηθισμένος στο Λευκαντί.387 Το γεγονός ότι η ΠΕΣ είναι η κύρια εποχή του νεκροταφείου το συμπεραίνουμε από τα ντόπια  αγγεία.  Τα  χειροποίητα  αγγεία  έχουν  πολλές  ομοιότητες  με  αυτά  του νεκροταφείου της Βεργίνας και άλλων ανασκαφών της ίδιας εποχής στη Μακεδονία. Δημοφιλέστερα αγγεία ήταν οι κάνθαροι και οι οπισθότμητες πρόχοι. Υπήρχαν επίσης πολλά κομμάτια από λεκανίδες με διχαλωτές λαβές, όπως αυτές που βρέθηκαν στα στρώματα  της  ΥΕΧ  στον  Άγιο  Μάμα.  Ο  Κούκος  είχε  πολλά  εισηγμένα  αγγεία, συνήθως αμφορείς, αμφορίσκους, κρατήρες και κρατηρίσκους, που όμως λόγω της έλλειψης διακόσμησης και του γεγονότος ότι βρέθηκαν ελλιπή ή σε θραύσματα, η χρονολογία του νεκροταφείου βασίζεται μόνο στο σχήμα των αγγείων αυτών και στα υπόλοιπα ευρήματα.388 Οι παλαιότεροι τάφοι ανήκουν μάλλον στα τέλη του 10ουαι. π.Χ: οι λεκανίδες και ένας σκύφος με ψηλά κωνικά πόδια που βρέθηκαν, δεν συνηθίζονταν πολύ μετά το τέλος του 10ου–αρχές 9ουαι. π.Χ. Οι χονροειδείς πόρπες και οι τρεις οφθαλμωτές χάντρες δεν πρέπει να είναι προγενέστερες του 8ουαι. π.Χ. Αξίζει να αναφερθεί η αρνητική απόδειξη ότι μετά από αρκετή εργασία στο νεκροταφείο και τον οικισμό δεν έχουμε κανένα  ίχνος  μελαβαμφούς,  μελανόμορφου  ή  ερυθρόμορφου  οστράκου,  ούτε νομίσματα και αρχαία κεραμίδια στις τομές και στην επιφάνεια.389 Αν και σχεδόν όλοι οι τάφοι είναι συλημένοι, τα σωζόμενα αντικείμενα δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έζησαν στην περιοχή αυτή δεν ήταν ούτε φτωχοί ούτε απομονωμένοι, όπως αποκαλύπτουν τα διάσπαρτα χρυσά αντικείμενα που βρέθηκαν (χάντρες, πόρπες, βραχιόλια,  σφηκωτήρες,  σκουλαρίκια).  Μερικές  χάντρες  ανήκουν  σε  αμφικωνικό χάλκινο βόρειο τύπο, αλλά πολλές είναι από φαγεντιανή και γυαλί σε διάφανα χρώματα (πράσινο, μπλε, αμέθυστος) που η πιθανή τους προέλευση είναι η Φοινίκη ή η Συρία. Έμποροι από την Εύβοια ίδρυσαν κατά τον 8οαι π.Χ., ίσως και νωρίτερα, εμπορική αποικία στο Αλ Μινά στη Συρία. Αρκετά από τα εισαγμένα αγγεία στον Κούκο είναι ευβοϊκού  τύπου  και  δεν  αποκλείεται  ο  Κούκος  να  όφειλε  την  ευημερία  του  στις εμπορικές σχέσεις με την Εύβοια. Αν η χρονολογία 10ος–8οςαι. π.Χ. είναι σωστή, συμπίπτει με τη χρονολογία του οικισμού της ΠΕΣ στο Λευκαντί και με αυτή της Ζαγοράς Άνδρου, που είχε σχέσεις με την Εύβοια. Ίσως μετά τον Ληλάντιο πόλεμο ο Κούκος παρήκμασε, όπως και οι υπόλοιποι οικισμοί.390 Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι σε μια εποχή που επικρατεί το έθιμο μιας μόνο ταφής, στον Κούκο υπήρχαν τρεις τάφοι με πέντε και παραπάνω τεφροδόχους και έξι τάφοι με δύο ή τρεις ταφές.391 Προς το παρόν δεν έχουμε κανένα εύρημα αποκλειστικά από την Αρχαϊκή Εποχή, και είναι πιθανό ο οικισμός να εγκαταλείφθηκε προς το τέλος του 8ουαι. π.Χ. ή τις αρχές του 7ουαι. π.Χ.392 Το τείχος στη Συκιά πιθανώς να θεμελιώθηκε στην ΠΕΣ και η κατάρρευση του ανήκει σε μεταγενέστερη φάση της ΠΕΣ, όπως προκύπτει από τα λίγα, αλλά όχι καθοριστικά, όστρακα που βρέθηκαν. Από την ποσότητα των πεσμένων λίθων, το αρχικό ύψος του τείχους υπολογίζεται περίπου σε 2 μέτρα, ίσως και παραπάνω. Σε αυτή την περίπτωση το τείχος πρέπει να χρησίμευε όχι μόνο για σύνορο του οικισμού αλλά κυρίως για άμυνα.393 Η  χρονολογία  των  κτιρίων  του  οικισμού  δεν  έχει  προσδιοριστεί  ακόμα  γιατί  τα όστρακα από την τομή δεν είναι καθοριστικά. Ωστόσο τα περισσότερα φαίνεται να είναι  της  ΠΕΣ.  Στο  κεντρικό  μέρος  της  κορυφής  φαίνονται  πολλά  ίχνη  τοίχων. Διαπιστώθηκανέξι φάσεις οικοδόμησης. Ένα αψιδωτό κτίριο θεμελιώθηκε πάνω σε παλαιότερους τοίχους.394 Το στρώμα κάτω από τα κτίρια, που έφτανε μέχρι τον βράχο, περιλάμβανε όστρακα πιθανόν της ΠΕΣ και μία ομάδα πήλινων πηνίων ενός τύπου που εμφανίζεται  στα  τελευταία  χρόνια  της  ΕΧ  και  συνεχίζει  στους  «Σκοτεινούς Χρόνους». 395

Στο  νότιο  μέρος  του  οικισμού  βρέθηκε  τμήμα  εντυπωσιακού  κτιρίου.  Εκτός  από όστρακα  της  ΠΕΣ,  τα  πιο  συνηθισμένα  ευρήματα  στο  μεγάλο  κτίριο  ήταν  πήλινα σφονδύλια και απλά, λίθινα εργαλεία. Η κάτοψη του κτιρίου είναι παράξενη: είναι μακρύ, πολύ στενό για το μήκος του και φαίνεται ότι δεν είχε εσωτερικά χωρίσματα. Αποτελείται μόνο από ένα πρόστεγο και ένα στενό, μακρύ, κύριο δωμάτιο. Έχει τα «ράφια εκθέσεων», τα οποία βρέθηκαν και σε άλλα κτίρια του οικισμού (όχι όμως τέτοιας  κάτοψης).  Το  μέγεθος  του  κτιρίου  οδηγεί  στο  συμπέρασμα  ότι  ίσως  είχε σημαντική θέση στον οικισμό του Κούκου.396 Το δάπεδο του προστέγου του κτιρίου αυτού σκεπάζει έναν βόθρο 397 βάθους 1 μέτρου, ο οποίος χρονολογείται προγενέστερα από το κτίριο. Ήταν γεμάτος υγρό μαύρο χώμα, με λίγα θραύματα καμένων οστών, τέσσερις μικρούς σβώλους χαλκού που φαίνεται να έχουν τηχθεί και άφθονα όστρακα σε άσχημη κατάσταση. Ένα ελλιπές χειροποίητο κύπελλο  που  βρέθηκε,  είναι  όμοιο  με  ένα  ακόμη  που  βρέθηκε  στο  Περιβολάκι (Σαράτσε)  και  ο Heurtley 398 το  χρονολόγησε  στο  μεταίχμιο  ΕΧ  και  ΠΕΣ.  Μερικά όστρακα από τον βόθρο ίσως μπορούν να χρονολογηθούν στην ώριμη φάση της ΠΕΣ (τροχήλατα  αγγεία  με  ίχνη  χρώματος,  φιαλόσχημα  αγγεία,  λεκανίδες,  κρατήρες, πήλινοι  τρίποδες και  όστρακα  από  πήλινα ταψιά που φέρουν πολλά αποτυπώματα δαχτύλων 399). Στα ανατολικά του βόθρου, υπήρχε ένα βαθύ στρώμα μαύρου χρώματος, το  οποίο  φάνηκε  καμένο  και  βρέθηκαν  όστρακα  όμοια  με  αυτό  του  βόθρου. Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα εάν έχουμε μια περιοχή θυσιών και λατρείας, με την οποία  έχουν  σχέση  το  κτίριο  δίπλα  στον  βόθρο  και  ο  βόθρος,  τα  οποία  είναι προγενέστερα του μεγαροειδούς κτιρίου με τον μακρύ τοίχο. Εάν αυτό ισχύει, ίσως και το κτίριο αυτό να είχε κάποιο λατρευτικό σκοπό.400 Αξιοσημείωτη είναι η μεγάλη ποσότητα λίθινων εργαλείων που έχουν βρεθεί, κυρίως σφυριά  και  μύλοι.  Οι  μεγάλες,  επίπεδες  πέτρες  που  βρέθηκαν  μπορεί  να χρησιμοποιούνταν  ως  αμόνια.  Είναι  ενδιαφέρον  ότι  υπάρχουν  μόνο  δύο  σημεία μεταλλευμάτων στη χερσόνησο της Σιθωνίας και βρίσκονται και τα δύο σε απόσταση 5 χιλιόμετρα από τον Κούκο: η μία έχει αποθέματα γαληνίτη και χαλκού και η άλλη γαληνίτη  και  πυρίτη.  Δεν  ξέρουμε  αν  υπήρχαν  αυτά  τα  δύο  αποθέματα  στην αρχαιότητα, ωστόσο αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η περιοχή είχε μεταλλεύματα και είναι πιθανόν η εξόρυξη μετάλλων να ήταν ο βασικός λόγος ύπαρξης του οικισμού στον Κούκο. Αυτό θα εξηγούσε και τις σχέσεις με τη νότια Ελλάδα, όπως δείχνει η κεραμική του νεκροταφείου.401

Υπομνήματα

368Βαβελίδης, 2013: 400
369Winter, 2001: 282 -283
370Tiverios, 2008: 61
371Σισμανίδης, 1999: 473
372Tiverios, 2008: 61
373τροχήλατα  και  χειροποίητα  αγγεία  (πρόχοι,  αμφορίσκοι),  χάλκινες  πόρπες,  σιδερένια  μαχαίρια, χάλκινα βαριά βραχιόλια, χρυσός σφηκωτήρας και χρυσή χάντρα, λίγα ασημένια κοσμήματα, πήλινα σφονδύλια και πολλές γυάλινες χάντρες
374Βοκοτοπούλου, 1988: 284 –285. Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 359 -360
375CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1992: 427 -428

376έως το 1989
377CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1992: 429 -430
378Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 360
379CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1993: 440
380CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1993: 443
381Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 361. CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1992: 430 -431

382αντικείμενο  από  χρυσό  στριφτό  σύρμα,  σπασμένος  τρίποδας,  χειροποίητη  κανάτα,  χειροποίητος αμφορίσκος, μερικά όστρακα
383τροχήλατη εισηγμένη με ψηλή κωνική βάση
384Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 362
385ένας μεγάλος σπασμένος κρατήρας, μια μεγάλη οπισθότμητη πρόχους τοποθετημένη ανάποδα και ένας αμφορέας
386δυο λεκανίδες και έναν αμφορίσκο
387Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 362
388Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 363
389Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 363 -364

390Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 364
391Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 363
392CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1992: 432
393Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 357 -358
394Κάρινγκτον –Βοκοτοπούλου, 1991: 358
395CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1993: 445

396CaringtonSmith–Βοκοτοπούλου, 1993: 446
397μοιάζει αρκετά με τον βόθρο «Μ» στον ναό του Απόλλωνα στην Ερέτρια.
398Heurtley, 1939: 98, 100
399όμοια βρέθηκαν στο Μάλθι και λίγο διαφορετικά στην Τροιζήνα.
400Carington Smith –Βοκοτοπούλου, 1993: 446 -447
401Carington –Vokotopoulou, 1995: 497 -498

ΠΗΓΗ

ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, ΡΩΜΑΪΚΗΣ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ
ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΣTO«ΧΑΛΚΙΔΙΚΟΝ ΓΕΝΟΣ» ΤΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ (9ος –6οςαι. π.Χ.)

ΝΙΖΑΜΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Η ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΟΝ ΚΟΥΚΟ ΣΥΚΙΑΣ Ν. ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ



Η δευτερη ανασκαφική περίοδος στη θέση Κούκος Συκιάς , έγινε τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώμβριο 1988.
Η ανασκαφή γίνεται με την συνεργασία της ΙΣΤ' Εφορείας Αρχαιοτήτων και του Πανεπιστημίου της Τασμανίας Αυστραλίας.


ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ



Το τείχος προχωράει σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς της κορυφής και λίγο
στη δυτική. Η τομή S3 (Σχ. 1) έγινε κατά μήκος του τείχους σ' ένα μέρος που ήταν
ελεύθερο από την άγρια βλάστηση.

Οι εργασίες στην εξωτερική παρειά και στην επιφάνεια του τείχους περιορίστηκαν στον καθαρισμό, ενώ η κύρια έρευνα έγινε στην
εσωτερική, νότια πλευρά. Εδώ βρέθηκαν δύο στρώματα. Το επάνω, αποτελούμενο
από πεσμένες πέτρες, περιλάμβανε όστρακα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, αλλά
και τρία κομμάτια από μαγειρικά σκεύη μεταγενέστερης εποχής (ίσως ρωμαϊκής ή
ακόμα νεότερης). Στο κάτω στρώμα, που προφανώς είχε σχέση με τη θεμελίωση του
τείχους, τα λίγα όστρακα ήταν της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Έτσι φαίνεται ότι
το τείχος θεμελιώθηκε στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου και η κατάρρευση του
ανήκει στην εποχή των μεταγενέστερων οστράκων. Τα όστρακα όμως ήταν λίγα και
όχι πολύ καθοριστικά, και αυτή η υπόθεση πρέπει να επιβεβαιωθεί από άλλες τομές
στο τείχος.
Το τείχος (Εικ. 1) ήταν καλά κτισμένο με αργούς λίθους δεμένους με λάσπη. Δεν
υπήρχαν κανονικές σειρές πετρών, αλλά όλα τα κενά ήταν προσεκτικά συμπληρωμένα
με μικρότερες πέτρες. Το σωζόμενο ύψος του τείχους στην τομή είναι 0,60-0,80 μ.
και το μέσο πλάτος 1,25 μ. Από την ποσότητα των πεσμένων λίθων είναι δυνατό να
υπολογιστεί το αρχικό ύψος του σε 2 μ. περίπου, ίσως και παραπάνω. Σ' αυτή την
περίπτωση το τείχος πρέπει να χρησίμευε όχι μόνο για σύνορο του οικισμού, αλλά
κυρίως για άμυνα.



Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ



Στο κεντρικό μέρος της κορυφής φαίνονται πολλά ίχνη τοίχων. Το 1987 μια
μικρή τομή, η S1 (Σχ. 1), δεν ήταν πολύ αποτελεσματική. Το 1988 η τομή S3 είχε
καλύτερη τύχη. Έγινε γύρω από τα θεμέλια ενός αψιδωτού κτιρίου που ήταν ορατό
στην επιφάνεια, κάτω από τα πουρνάρια. Το κτίριο (Σχ. 2, αρ. 1) ήταν ελλιπές.


Από κάτω όμως υπήρχαν άλλοι τοίχοι, και συνολικά στην τομή διαπιστώνονται έξι
φάσεις οικοδόμησης. Οι τρεις αντιπροσωπεύονται από μικρά τμήματα τοίχων (Σχ. 2,
αρ. 5, 6, 7) που δε συνδέονται με κανένα άλλο τοίχο της τομής. Πιο σημαντικοί ήταν
οι τοίχοι 3, 4, 2 και 8. Οι τοίχοι 3 και 4, στον ίδιο άξονα και ίσως της ίδιας φάσης,
ήταν παλιότεροι από το αψιδωτό κτίριο αρ. 1, το οποίο θεμελιώθηκε επάνω τους.
Στα ΒΑ του τοίχου 4 ο βράχος είχε ισοπεδωθεί σαν δάπεδο, και επάνω του υπήρχαν
μερικά όστρακα ενός πίθου όμοια με μερικά της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, που
βρέθηκαν στο νεκροταφείο το 1987. Ο τοίχος 3 παρουσιάζει μια μικρή καμπύλη στο
ΒΔ του άκρο, και μπορεί να ανήκε σε αψιδωτό κτίριο. Ο χώρος στα ΝΔ ήταν γεμάτος
από όγκους πεσμένων λίθων καθώς και από ρίζες, και γι' αυτό δε βρέθηκε δάπεδο.
"Ομως λίγο ψηλότερα από τη βάση του τοίχου ανακαλύφτηκε μια ομάδα ευρημάτων
που παρουσιάζουν ενδιαφέρον –μια μικρή χάνδρα, τρία πήλινα σφονδύλια και πέντε
λίθινα εργαλεία, τα οποία πιθανό ανήκαν στο καταστρεμμένο δάπεδο. Ο τοίχος 3
θεμελιώθηκε επάνω σε ένα στρώμα από σκούρο χώμα που είχε σχέση με ένα
προγενέστερο τοίχο, αρ. 2. Ο τοίχος αυτός ήταν πολύ καλά διατηρημένος σε ύψος
0,95 μ. Ο τοίχος 8 είναι εσωτερικός τοίχος του ίδιου κτιρίου. Το εσωτερικό του
κτιρίου δεν έχει σκαφτεί ακόμα.
'Ολοι οι τοίχοι είναι κτισμένοι με αργολιθοδομή δεμένη σε λάσπη, όπως το
τείχος. Η χρονολογία των κτιρίων δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα, γιατί τα όστρακα
από την τομή δεν είναι πολύ καθοριστικά και υπάρχουν αμφιβολίες για ένα-δύο. Με
μια πρώτη όμως ματιά, τα πιο πολλά φαίνονται να είναι της Πρώιμης Εποχής του
Σιδήρου.


ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ



Προς τη δυτική άκρη της κορυφής υπάρχει μια μικρή κοιλάδα περιτριγυρισμένη
από πελώριες πέτρες όπου βρίσκεται το νεκροταφείο

(Σχ. 1, Εικ. 2). Έξι τομές
ανοίχτηκαν εδώ το 1987 και άλλες επτά το 1988. Οι τομές έχουν διαφορετικό
μέγεθος ανάλογα με τις δυσκολίες του εδάφους, αλλά όλες μαζί καλύπτουν 172 τ.μ.
"Εξι μεγάλα χάλκινα βραχιόλια, προσεκτικά τοποθετημένα σε δύο σειρές,
βρέθηκαν στην ανατολική πλευρά της τομής αρ. 1 (Σχ. 3, Εικ. 6). Ανατολικά της
τομής ήταν ορατές μερικές όρθιες πλάκες. Έτσι το 1988 ανοίξαμε εκεί την τομή αρ.9
με την ελπίδα να βρούμε τάφο που θα σχετίζεται με τα βραχιόλια. Ένα χοντρό
χάλκινο δακτυλίδι βρέθηκε κοντά, αλλά ο λόγος που αυτό και τα βραχιόλια ήταν
τοποθετημένα εκεί μένει άγνωστος.
Οι πλάκες δεν προέρχονταν από τάφους, όπως περιμέναμε, αλλά ήταν κτιστές
μέσα σε ένα καμπύλο τοίχο. Ο τοίχος αυτός συνεχίζει στον άσκαφτο χώρο νότια από
την τομή, σε σχήμα ωοειδές, με διαστάσεις 5,30x4 μ. (Σχ. 3).

Φαίνεται ότι ήταν ταφικός περίβολος, αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι κτίστηκε μετά από τους τάφους που
περιβάλλει. Όπως βρέθηκαν οι τάφοι μέσα στον περίβολο δεν ήταν πολύ εντυπωσια-
κοί, αλλά ίσως δεν ήταν πάντοτε φτωχοί. Στο χώμα ανάμεσά τους ανακαλύφτηκαν
ένας χρυσός κόκκος και δύο μικρές χρυσές χάντρες, όλα προφανώς από διαφορετικά
περιδέραια. Σκόρπιες χάντρες από χαλκό και μια από φαγεντιανή, καθώς και
θραύσματα χάλκινων βραχιλιών στηρίζουν την άποψη ότι οι τάφοι ήταν πλούσιοι στο
παρελθόν.
Αμέσως νότια από τον ταφικό περίβολο, στην τομή αρ. 7, ανακαλύφτηκαν μια
σειρά τριών τάφων, ο ένας τοποθετημένος επάνω στον άλλο (Σχ. 4). Ο τάφος 20
κτίστηκε επάνω από μια πλευρική πλάκα του τάφου 30, και ο τάφος 30 θεμελιώθηκε
στον ώμο και στο λαιμό ενός μεγάλου ταφικού πίθου, αρ. 44. Ο μεταγενέστερος
τάφος 20, ήταν ο μοναδικός στο νεκροταφείο που είχε δύο θαλάμους. Ο δυτικός
θάλαμος είχε τρεις τεφροδόχους, ένα φιαλόσχημο αγγείο (αρ. 7), μια χονδροειδή
κανάτα ή μαγειρικά σκεύος (αρ. 6), καθώς και ένα κάνθαρο με υπερυψωμένες λαβές
(αρ. 4). Οι τρεις τεφροδόχοι ήταν ντόπιοι και χειροποίητοι, όπως ήταν και ένας
τρίποδας (αρ. 5) στον ανατολικό θάλαμο. Το άλλο τεφροδόχο σ' αυτό το θάλαμο, αρ.
3, ήταν πολύ σπασμένο, αλλά ήταν φανερό ότι ήταν τροχήλατο και εισαγμένο,
πιθανόν ένας μικρός αμφορέας με ψηλό κωνικό πόδι. Ο τάφος αρ. 30 είχε δύο
σπασμένα αγγεία και δύο σφονδύλια. Ο πίθος, τάφος αρ. 44, περιλάμβανε δύο αγγεία,
μια οπισθότμητη πρόχου (αρ. 1) και μία σπασμένη λεκανίδα με υπερυψωμένες λαβές
με κομβίο (αρ. 2) που μοιάζει με μια από την Ολυνθο. Είχε μέσα επίσης μια
σιδερένια αιχμή δόρατος (αρ. 4) και ένα σιδερένιο μαχαίρι (αρ. 7), δύο χάλκινες
πόρπες (αρ. 5, 6) και άλλη μια, ίσως ασημένια (αρ. 3). Είχε έξι σπειροειδή χάλκινα
βραχιόλια, δύο ολόκληρα (αρ. 8, 10) και τέσσερα σπασμένα (αρ. 9, 11, 12, 13),
τέσσερα πήλινα σφονδύλια (αρ. 14-17), μια πήλινη χάντρα (αρ. 18) και δύο σκόρπιες
χάλκινες χάντρες που δε φαίνονται στο σχέδιο. Αυτά τα ευρήματα μας οδηγούν στο
συμπέρασμα ότι ο πίθος ήταν κοινός τάφος άνδρα και γυναίκας.
Ο τάφος αρ. 29 (Σχ. 3, τομές αρ. 11-13) ήταν ο μοναδικός που είχε την
καλυπτήρια πλάκα ακόμα στη θέση της, αλλά σπασμένη, ενώ έλλειπε ένα κομμάτι.


'Ενα αντικείμενο από στριφτό χρυσό σύρμα (Εικ. 7), που βρέθηκε ακριβώς έξω από
τον τάφο, ήταν ίσως κάποτε μέσα σ' αυτόν. Μέσα στον τάφο βρέθηκαν ακόμα ένας
σπασμένος τρίποδας, μια χειροποίητη κανάτα, ένας χειροποίητος αμφορίσκος με
μαστοειδή απόφυση και μερικά όστρακα τα οποία σκέπαζαν ένα κάνθαρο με ψηλές
λαβές (Εικ. 8). 'Ολα αυτά ήταν ντόπια, αλλά κάτω από τον τρίποδα υπήρχε μια
τροχήλατη εισαγμένη λεκανίδα με ψηλή κωνική βάση, από ένα τύπο που είχε πιθανώς
την προέλευσή του από την Εύβοια,
Ο τάφος αρ. 23 βρισκόταν στο ΝΔ τμήμα του νεκροταφείου (Σχ. 3, τομή αρ.
10). Η καλυπτήρια πλάκα του ήταν ανασηκωμένη και ακουμπισμένη στη ΝΔ γωνιά
του τάφου. Παρόλα αυτά ο τάφος περιλάμβανε 14 ακόμα αγγεία, τα πιο πολλά
τεφροδόχα. Στην Εικ. 9 εικονίζονται ένας μεγάλος σπασμένος κρατήρας με μικρή
προχοή και διπλές λαβές, μια μεγάλη οπισθότμητη πρόχους τοποθετημένη ανάποδα,
και ένας αμφορέας. 'Ενας σωρός οστράκων πλάι στη βάση του αμφορέα περιείχε τρία
τροχήλατα αγγεία, προερχόμενα ίσως από την Εύβοια, δύο λεκανίδες με κωνικές
βάσεις και έναν αμφoρίσκο. Πιο κάτω στον ίδιο τάφο (Εικ. 10) υπήρχαν μερικά
σπασμένα αγγεία, ένας κάνθαρος, ένας χειροποίητος αμφορίσκος και δίπλα του στη
γωνιά, ένας άλλος τροχήλατος αμφορίσκος με όρθιες λαβές, ενός τύπου που ήταν
πολύ συνηθισμένος στο Λευκαντί και τη γύρω περιοχής.
Είναι αξιοσημείωτο ότι σε μια εποχή που επικρατεί το έθιμο μιας μόνο ταφής,
στον Κούκο υπήρχαν τρεις τάφοι με πέντε τεφροδόχους και παραπάνω και έξι τάφοι
(αρ. 4, 5, 9, 37, 44 και 45) με δύο ή τρεις ταφές.


ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ



Μια μεγάλη δυσκολία στον Κούκο είναι ότι δεν έχει σωθεί σχεδόν κανένα ίχνος
διακόσμησης ούτε στα ολόκληρα αγγεία, ούτε στα όστρακα.

Τέσσερα όστρακα μόνο
-ένα από το νεκροταφείο και τρία από τον οικισμό- έχουν ομόκεντρους κύκλους ή
ημικύκλια και μερικά άλλα σώζουν ελάχιστα ίχνη χρωμάτων,
Από τα ντόπια αγγεία συμπεραίνουμε ότι η κύρια εποχή είναι η Πρώιμη Εποχή
του Σιδήρου. Τα χειροποίητα αγγεία έχουν πολλές ομοιότητες με αυτά του νεκρο-
ταφείου των τύμβων της Βεργίνας και άλλων ανασκαφών της ίδιας εποχής στη Μα-
κεδονία. Πολύ δημοφιλείς ήταν οι κάνθαροι, οι πιο πολλοί με εμπίεστες κοιλότητες
πάνω από το χείλος στην αρχή των υπερυψωμένων λαβών και λίγοι με κομβιόσχημη
απόληξη στην κορυφή των λαβών. Οι οπισθότμητες πρόχοι σε διάφορα μεγέθη ήταν
συνήθεις και υπήρχε μια μικρή πρόχους-θήλαστρο. Διάφοροι αμφoρίσκοι και δίωτα
ανοικτά αγγεία, πρόχοι ή μαγειρικά σκεύη με ωοειδή ή σφαιρικά σώματα, μερικά
φιαλόσχημα αγγεία, πίθοι, συνήθως με εξεργες ζώνες με εγχάρακτη διακόσμηση,
καθώς και πάρα πολλά λείψανα τριπόδων, βρέθηκαν ολόκληρα ή σε θραύσματα.
Υπήρχαν επίσης πολλά κομμάτια από λεκανίδες με διχαλωτές («wish-bonen) λαβές
όπως αυτές στα στρώματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στον 'Αγιο Μάμα.
Στον Κούκο φαίνεται ότι ο τύπος αυτός συνεχίζει στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
Ο Κούκος είχε και αρκετά εισαγμένα αγγεία, συνήθως αμφορείς, αμφoρίσκους,
κρατήρες ή κρατηρίσκους, κάποτε με προχοή, και λεκανίδες με ψηλές κωνικές βάσεις.
'Ομως με τα πιο πολλά από αυτά ελλιπή και σε θραύσματα και με την έλλειψη
διακόσμησης, η χρονολογία του νεκροταφείου βασίζεται μόνο στο σχήμα των αγγείων
και στα άλλα ευρήματα. Σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η ακρίβεια.
Οι παλιότεροι τάφοι ανήκουν πιθανό στο τέλος του 10ου αι. π.Χ. Οι λεκανίδες
στους τάφους αρ. 23 και 29, καθώς και ένας μικρός σκύφος στον τάφο αρ. 4 του 1987
έχουν ψηλά κωνικά πόδια που γενικά δε συνηθίζονταν πολύ μετά το τέλος του 10ου-
αρχές 9ου αι. π.Χ. 'Ενας εισαγμένος αμφορέας του τάφου αρ. 6 του 1987 (Εικ. 11)
πρέπει να είναι της ίδιας περίπου εποχής. Χονδροειδείς πόρπες (Εικ. 3) που βρέθηκαν
στους τάφους αρ. 7, 8, 17, 44 και στην τομή αρ. 8 ανάμεσα από πλάκες
καταστρεμμένων τάφων, μάλλον δεν πρέπει να είναι προγενέστερες από τον 8ο αι.
π.Χ. Το ίδιο ισχύει για τις τρεις οφθαλμωτές χάντρες (Εικ. 5) από τον τάφο αρ. 8.
Αξίζει να σημειωθεί η αρνητική απόδειξη ότι μετά από αρκετή εργασία και στο
νεκροταφείο και στον οικισμό δεν έχουμε κανένα ίχνος μελαμβαφούς, μελανόμορφου ή
ερυθρόμορφου οστράκου, ούτε νομίσματα και αρχαία κεραμίδια στις τομές και στην
επιφάνεια.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ



Αν και σχεδόν όλοι οι τάφοι είναι λίγο ή πολύ συλημένοι, τα αντικείμενα που
σώθηκαν μας δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έζησαν σ' αυτή την απόμακρη περιοχή
ήταν αρκετά πλούσιοι και καθόλου απομονωμένοι. Ως μαρτυρία για τον πλούτο τους,
εκτός από τα χρυσά αντικείμενα, τις πόρπες, τα βραχιόλια και τις χάντρες που
αναφέρθηκαν παραπάνω, έχουμε τη μεγάλη εγχάρακτη χρυσή χάντρα (Εικ. 12) που
βρέθηκε πριν από την ανασκαφή του 1987 δίπλα στο συλημένο τάφο αρ. 1, ένα χρυσό
σφηκωτήρα και ένα ασημένιο σκουλαρίκι που γλύτωσαν από τη σύληση του τάφου αρ.
2 και ομάδες χαντρών από τους τάφους αρ. 7 και 17. Μερικές χάντρες ανήκουν στο
αμφικωνικό χάλκινο βόρειο τύπο, αλλά πολλές είναι από φαγεντιανή και γυαλί σε
όμορφα και συχνά διάφανα χρώματα, πράσινο, αμέθυστο και μπλε-τουρκουάζ.
Τέτοιες χάντρες, καθώς και οι οφθαλμωτές, είχαν πιθανότατα την προέλευσή τους
από τη Φοινίκη η Συρία. 'Οπως είναι γνωστό, έμποροι από την Εύβοια ίδρυσαν μια
εμπορική αποικία στο Αλ-Μενά στη Συρία κατά τον 8ο αι. π.Χ. –ίσως και
νωρίτερα10. Αρκετά από τα εισαγμένα αγγεία στον Κούκο είναι ευβοϊκών τύπων. Δεν
αποκλείεται ο Κούκος να όφειλε την απρόσμενη ευημερία του στις εμπορικές σχέσεις
με την Εύβοια. Εάν η χρονολογία που προτείνεται παραπάνω –τέλος του 10ου μέχρι
τέλος του 8ου αι. π.Χ.- είναι σωστή, παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί
συμπίπτει με τη χρονολογία του οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στο
Λευκαντί 1, καθώς και με αυτή του οικισμού στη Ζαγορά 'Ανδρουλά, που είχε σχέσεις
με την Εύβοια. Ισως ο Κούκος παράκμασε, όπως αυτοί οι οικισμοί, μετά τον πόλεμο
για το Ληλάντιο πεδίο.


Πανεπιστήμιο Τασμανίας
Θεσσαλονίκη.
Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων
I. Kάριγκτον Σμιθ,
Ιουλία Βοκοτοπούλου




Editorial



1. Η ανασκαφή γίνεται κάτω από τη γενική επίβλεψη της Εφόρου της ΙΣΤ' Εφορείας, Δρ. Ι.
Βοκοτοπούλου και συνδιευθύνεται από την αντιπρόσωπο του Πανεπιστημίου της Τασμανίας Αυστρα-
λίας Dr. J. Carington Smith. Η κ. Ε. Λαμπροθανάση ήταν αντιπρόσωπος της Εφορείας στις ανασκαφές
του 1987 και 1988. Η κ. G. Duff ήταν συντηρήτρια και ο κ. D. Smyth τοπογράφος τα ίδια χρόνια. Βοηθοί
το 1987 ήταν οι κ. L. Bowkett και A. Viduka και το 1988 η δ. D. Constantinidis και οι κ. R. Eccles, J.
Frankish και Ν. Jepson. Τα σχέδια είναι κυρίως εργασία του D. Smyth και οι εικόνες της J. Carington
Smith. Ευχαριστούμε θερμά την κοινότητα της Συκιάς, ιδιοκτήτη του Κούκου, για τη φιλική συνεργασία
της. Το Πανεπιστήμιο της Τασμανίας εξασφάλισε τη βοήθεια του Institute for Aegean Prehistory, New
York, που ήταν ο κύριος χρηματοδότης της ανασκαφής και χορηγίες από το Australian Research Council
και το John Elliott Classics Museum του Πανεπιστημίου της Τασμανίας το 1988.

2. P. G. Themelis, Burial Customs in M. R. Popham, L. H. Sackett and P. G. Themelis, Lefkandi I.
The Iron Age BSA Supplementary Vol. II, Oxford (1980) (oto eens Lefkandi I) 211 x.e.

3. G. E. Mylonas, The pre-Persian pottery, in D. M. Robinson Excavations at Olynthus - V (1933) 15
κ.ε. Ρ. 25, πίν. 23.

4. V. R. d'A. Desborough, The Dark Age Pottery (SM-SPG III) from Settlement and Cemeteries in
Lefkandi I, 303 αριθ. 152, εικ. 9Β.

5. Desborough, ό.π. 308.
6. Μαν. Ανδρόνικου, Βεργίνα I. Το Νεκροταφείον των Τύμβων, (1969) 193-223.
7. W. A. Heurtley, BSA 29, 140, εικ. 20, 1, 2.
8. Για μεταγενέστερες εξαιρέσεις βλ. Ιουλία Βοκοτοπούλου, Βίτσα, Τα νεκροταφεία μιας
μολοσσικής κώμης (1986) 57 αρ. 2059 και υπ. 162-164.

9. R. A. Higgins et al., Jewellery, Seals and other Finds, Lefkandi I, 223. Ι. Βοκοτοπούλου, ό.π., 317,
10. J. Boardman BSA 52, 1957, 5-6, 24-25. A. M. Snodgrass, The Dark Age of Greece, (1971) 334-
335.
11. M. R. Popham and L. H. Sackett, Historical Conclusions, in Lefkandi I, 369.
12. Α. Καμπίτογλου κ.ά., Αρχαιολογικό Μουσείο 'Ανδρου - Οδηγός, (1981) 111.









Το νεκροταφείο και οι Ταφικές συνήθειες 

 

Κείμενα απο τον Εμμανουήλ Στεφ. Παπουτσάκης

 

Το νεκροταφείο χρησιμοποιήθηκε από το 10ο μέχρι τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. .


 Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε στην κορυφή του όρους Κούκος δυτικά του χωριού Συκιά. Ο οικισμός σχετιζόταν με μεταλλευτικές δραστηριότητες , καθώς στην
περιοχή υπήρχε χαλκός . Οι ανασκαφές αποκάλυψαν επίσης ακμαίο οικισμό με εμπορικές  σχέσεις με την Εύβοια και τη Θεσσαλία. Η κεραμική στον Κούκο είναι επηρεασμένη από την
Εύβοια και τη Θεσσαλία . Η χρονολόγηση του οικισμού και του νεκροταφείου στον Κούκο  συμπίπτει χρονικά με τον οικισμό της ΠΕΣ στο Λευκαντί, αλλά και με τον οικισμό στη
Ζαγορά της Άνδρου. Τα αίτια έτσι της παρακμής του Κούκου, αλλά και των  προαναφερθέντων οικισμών, πιθανόν να οφείλονται στον πόλεμο για το Ληλάντιο πεδίο.
Βρέθηκαν συνολικά 98 τάφοι από τους οποίους 49 είναι κιβωτιόσχημοι 71 εντός των οποίων  στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχουν τεφροδόχα αγγεία, 34 πίθοι και 15 τεφροδόχοι,
τοποθετημένες σε αβαθείς λάκκους  . Το έθιμο της καύσης κυριαρχεί στο νεκροταφείο, καθώς σχεδόν όλοι οι κιβωτιόσχημοι περιελάμβαναν τεφροδόχα  , εκτός από λίγες περιπτώσεις, όπου οι κιβωτιόσχημοι ήταν συλημένοι. Παρόμοιες ταφικές συνήθειες συναντώνται σε ορισμένους τάφους από το Λευκαντί.  
 Τεφροδόχα αγγεία ήταν κυρίως τροχήλατοι γραπτοί αμφορείς, σκύφοι, αμφορίσκοι, κρατήρες και χειροποίητα αγγεία, όπως μια τριποδικη χύτρα και πίθοι  .
Τα τροχήλατα αγγεία συνήθως δεν σώζουν τη διακόσμηση, αλλά ακολουθούν την παράδοση της Εύβοιας ίσως και της Θεσσαλίας. Εξαίρεση αποτελεί ο μικρός εισηγμένος
αμφορίσκος από τον οποίο σώζεται η διακόσμηση με μερικές ταινίες, αντίθετα με τα άλλα αγγεία στον Κούκο.

Τα στόμια των εγχυτρισμών στους πίθους έκλειναν με λεπτές πλάκες ή με το μισό τμήμα ενός μεγαλύτερου κομμένου κατά μήκος πίθου. Στη ΒΑ άκρη του νεκροταφείου είχε εντοπιστεί ωοειδής περίβολος  κατασκευασμένος με μεγάλες πλάκες, η χρήση του οποίου δεν είναι εξακριβωμένη. Πάνω από το βράχο εντός του περιβόλου εντοπίστηκε ωοειδής κατασκευή από μικρούς ακατέργαστους λίθους, ελαφρά κοίλη, ενώ οι πέτρες έφεραν ίχνη έντονης καύσης. Πιθανότατα η κατασκευή χρησιμοποιήθηκε ως το αποτεφρωτήριο του νεκροταφείου, εξαιτίας των χαρακτηριστικών της κατασκευής, αλλά και της θέσης της. Βρίσκεται στο σημείο απέναντι ακριβώς από μία σχισμή στο βράχο από την οποία συνήθως βγαίνει μικρό ρεύμα αέρα. Ο περίβολος που χτίστηκε από πάνω, πιθανόν να έγινε για τη σήμανση του αποτεφρωτηρίου μετά την παύση της λειτουργίας του, ενώ με άλλη ερμηνεία που δίνεται, είναι ότι ο περίβολος ήταν τα θεμέλια μιας μεταγενέστερη καλύβας, που δεν σχετίζεται με το νεκροταφείο. Τελετουργικό ταφής δεν εντοπίστηκε. Σε κάποιες τομές βρέθηκε παχύ στρώμα απανθρακωμένου μαύρου χρώματος. Πιθανόν σε αυτό το σημείο υπήρχε χώρος αποτέφρωσης των νεκρών .

 

ΠΗΓΗ : Εμμανουήλ Στεφ. Παπουτσάκης ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2016 (ΑΓΓΕΙΑ ΓΙΑ ΕΓΧΥΤΡΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ )